23.11.16

Πέθανε ο Ιρλανδός πεζογράφος Ουίλλιαμ Τρέβορ (1928-21.11.2016)




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Πέθανε προχτές (21.11) ο Ουίλλιαμ Τρέβορ, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους διηγηματογράφους που διάβασα. 
Την 1.3.2009 είχα δημοσιεύσει στην Καθημερινή το ακόλουθο κείμενο για τη συλλογή διηγημάτων του Οι εργένηδες των λόφων.

Κομμένες επαφές, χαμένες ελπίδες


Ουίλλιαμ Τρέβορ

Οι εργένηδες των λόφων

Μτφρ: Δέσπω Παπαγρηγοράκη, Κατερίνα Παπαδημάτου, Μαίρη Σαρατσιώτη
Επιμέλεια - επίμετρο: Αργυρώ Μαντόγλου, εκδ. Ελληνικά γράμματα 2008, 334 σελ.

Ο Ουίλλιαμ Τρέβορ είναι ένας από τους ελάχιστους σύγχρονους Ευρωπαίους πεζογράφους που καταγίνονται συστηματικά με το διήγημα, παράλληλα με το μυθιστόρημα. Γεννημένος το 1928 στο Μίτσελστοουν της Ιρλανδίας, σπούδασε Ιστορία στο Κολέγιο του Δουβλίνου και το 1954 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ζει μέχρι και σήμερα.

Αντίθετα με ό,τι συνηθίζεται, ο Τρέβορ ασχολήθηκε πρώτα με το μυθιστόρημα· μόλις το τρίτο του βιβλίο ήταν συλλογή διηγημάτων, ωστόσο εξακολουθεί να γράφει άλλοτε μικρά (σχετικώς) πεζά και άλλοτε μυθιστορήματα.

Στα περισσότερα από τα διηγήματα αυτού του τόμου πρωταγωνιστούν άνθρωποι «θαμποί» και «ασήμαντοι», κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας, ακυρωμένοι από αποτυχίες, απογοητεύσεις και μεγάλες πίκρες. Μέσα από τις χαμένες ζωές τέτοιων προσώπων, ο Τρέβορ θίγει ευρύτερα κοινωνικά θέματα. Πέρα από την ανακύκλωση της βίας στη Βόρεια Ιρλανδία, μιλάει για τη φθίνουσα επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας, για την αργή αλλά σταθερή παρακμή των αγροτικών περιοχών εξαιτίας της αστυφιλίας, που φτάνει μερικές φορές στην απόλυτη απερήμωση της υπαίθρου….
Λίγοι συγγραφείς έχουν αποδώσει με τόση ευαισθησία την απομόνωση που βαραίνει τους ανθρώπους στην ιρλανδική ύπαιθρο, με τις προσδοκίες τους να σβήνουν μέρα με τη μέρα και τους ίδιους να βυθίζονται σε μια μονότονη ζωή.



Σε ορισμένες ιστορίες του Τρέβορ δεν συμβαίνει τίποτε αληθινά συνταρακτικό· υπάρχει απλά (απλά;) μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, που αποκτά χαρακτήρα αποκάλυψης: μια γυναίκα, την παραμονή του γάμου της, ανακαλύπτει ότι ο αρραβωνιαστικός της είχε στήσει μια τηλεφωνική φάρσα που θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη για μια ανάπηρη γυναίκα· μια παντρεμένη συνειδητοποιεί πόσο θα της λείψουν, τώρα που θα μετακομίσει σε ένα προάστιο, οι εβδομαδιαίες επισκέψεις ενός ηλικιωμένου οικογενειακού φίλου που ποτέ δεν τόλμησε να της εκφράσει ρητά τον έρωτά του· ένας γέρος προτεστάντης κληρικός σε ολιγάνθρωπη αγροτική ενορία αντιλαμβάνεται πόσα κοινά έχει με τον νεότερό του καθολικό ιερέα από τη μεγαλούπολη· ένα 9χρονο κοριτσάκι ανέχεται σιωπηλά το «φλερτάρισμα» ενός μεσήλικα, για να μη διαταράξει την πιθανή επαναπροσέγγιση των εν διαστάσει γονιών του· ένας πανεπιστημιακός διαπιστώνει τα πραγματικά αισθήματα των συναδέλφων του για κείνον, όταν από φάρσα δημοσιεύεται σε τοπική εφημερίδα η νεκρολογία του.
Αλλά ακόμη και ιστορίες όπου πραγματικά «κάτι σπουδαίο» συμβαίνει, όπως στο εξαιρετικό «Πένθος», με έναν νεαρό να στρατολογείται από τον IRA για να τοποθετήσει μια βόμβα και να αλλάζει γνώμη την τελευταία στιγμή, η αφήγηση παραμένει χαμηλόφωνη, κυρίως χωρίς διδακτισμούς και ρητορείες.

Ελλειπτικές φράσεις
Πειθαρχημένο αφηγηματικό ύφος, διεισδυτικότητα στην απόδοση των συναισθημάτων, φράσεις καλοδουλεμένες αλλά ελλειπτικές που κρύβουν στις ραφές τους τα πιο βαθιά μυστικά των ανθρώπων, ώστε συχνά χρειάζεται να διαβάσει κανείς ξανά και ξανά μια ιστορία, για να βεβαιωθεί ότι αντιλήφθηκε τι ακριβώς συμβαίνει… Μου έτυχε στο πρώτο κιόλας διήγημα των Εργένηδων στο λόφο, που τιτλοφορείται «Τρεις άνθρωποι». Με παρέσυρε ο ύπουλος χαμηλότονος αφηγηματικός ρυθμός του και, όταν τέλειωσα την ανάγνωση, αναγκάστηκα να επανέλθω και να ξαναδιαβάσω το κείμενο, για να σιγουρευτώ ότι είχα καταλάβει σωστά ποιο είναι το τρομερό μυστικό που ενώνει τη μεσήλικη Βέρα με τον νεότερό της ―άνθρωπο για όλες τις δουλειές― Σίντνι, κάτω από το άγρυπνο όσο και σοφό βλέμμα του υπερήλικου πατέρα της.

Από ιστορία σε ιστορία, ο Τρέβορ υπογραμμίζει την απόσταση ανάμεσα στις επιθυμίες των ηρώων του και στον ζωντανό τάφο της καθημερινότητάς τους. Γνωρίζει πολύ καλά να συμπιέζει τον αφηγηματικό χρόνο, αφηγούμενος ακόμη και ολόκληρες δεκαετίες μέσα σε λίγες γραμμές, με μια εντυπωσιακή χρήση της τεχνικής του φλας-μπακ.

Η λακωνικότητα και το αφαιρετικό του στυλ, μαζί με τον φυσικό λόγο, γυμνό από επινοήσεις και φωναχτά ευρήματα, προσδίδουν ιδιαίτερη μαγεία στις ιστορίες του: διαβάζοντές τες είναι σαν να τις ακούς από το στόμα ενός επιβάτη που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα του τρένου ή του λεωφορείου· ένα δυνατό κλάξον, ένα κουδούνισμα κινητού ― και να πώς έχασες μια φράση του αφηγητή, που καλείσαι να τη συμπληρώσεις προσφεύγοντας στα συμφραζόμενα ή στη φαντασία σου.

Ιδιαίτερα προσεγμένες οι μεταφράσεις, υποδειγματικό στη σύνταξή του και στην πληρότητά του το Επίμετρο, που σχεδόν δεν αφήνει περιθώρια για πρωτότυπες παρατηρήσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: