19.9.16

Η ντρόγκα



του Τάκη Σπετσιώτη

πηγή: Facebook

«Πολύ ωραία βιβλία έχετε πάντα στο τραπέζι σας!» μου είπε με πλατύ χαμόγελο η νεαρή σερβιτόρα του ''Meet me - all day cαffe and snack bar'', εκείνο το πρωί.
«Εσείς, φοιτήτρια είστε;»
«Σπουδάζω διακοσμητική, αλλά, πέρ' απ' αυτό, μ' αρέσουν πολύ τα βιβλία. Διαβάζω πολύ.» Ωστόσο, δεν επρόκειτο για βιβλίο αλλά για ένα εξαιρετικής φινέτσας περιοδικό, γνωστό μου απ' τις εθνικές βιβλιοθήκες, που είχα δεκαπέντε, τι λέω, είκοσι χρόνια να το δω (από τότε που έψαχνα). Πρόκειται για το ''ιστορικό'' τεύχος της Θεσσαλονικιώτικης Διαγωνίου του 1959, εξαμηνιαίου περιοδικού στο δεύτερο έτος του, που εξέδιδε και επιμελείτο ο εκδότης και ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος. Το λέω «ιστορικό» γιατί, πέρα απ' τα υπόλοιπα περιεχόμενά του, φιλοξενείτο στο τεύχος αυτό το τρίτο μεταθανάτιο αφιέρωμα στον ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, τότε, το '59. Είχαν προηγηθεί η Νέα Εστία με τις νεκρολογίες το '44, και Ο Αιώνας μας του Δικταίου το '51. Δεν ξέρω αν ήταν ακριβώς η συννεφιά «μελαγχολική και λεπτεπίλεπτη, μ' εκείνο το φθινοπωρινό της ρίγος», όπως όμορφα γράφει στο δοκίμιό του για τον ποιητή ο Χριστιανόπουλος, ούτε η νοσταλγία που με πλημμύριζε, με κείνους τους λίγους τρυφερούς στίχους του ποιητή (που προφανώς θα 'χε στην κατοχή του τότε ο εκδότης ― το έργο του ακόμη παρέμενε ανέκδοτο), καθώς και τους διεισδυτικούς στοχασμούς του πάντα αναλυτικού Ναπολέοντος: '«Η Αλήθεια, η απλή και μόνη και μεγάλη, είναι κρυμμένη, για τα μάτια των ανθρώπων, πίσω από άπειρες, πολύ μικρές αλήθειες.» Ακόμη και τα τρυφερά ποιήματα του νέου τότε Χριστιανόπουλου a-la maniere de Lapathiotis, που με κράτησαν ώρα να φυλλομετρώ το φίνο λογοτεχνικό κειμήλιο, με μια ποιότητα σχεδόν άγνωστη στις μέρες μας καμωμένο... Είναι προπάντων γιατί ―πέρ' απ' την αισθητική του― με κατέπληξε η λογοτεχνική του ενημέρωση: Τι Ιωάννου! (ποίηση), τι Πεντζίκης! (πεζογραφία) τι Paul Celan! νέος ακόμη τότε, κι άγνωστος! (ποίηση), τι Γίρζι Βόλκερ! (ποίηση), τι Ασλάνογλου! (δοκίμιο) ― μερικά μόνο απ' τα διαλεχτά περιεχόμενά του. Το 'χα στον νου μου όλη την ώρα το λεπτό έντυπο κι όταν έφυγα απ' το καφενείο, βαδίζοντας στη συννεφιασμένη οδό Αθηνάς, πρόπερσυ τέτοια μέρα, 18 του Σεπτέμβρη του 2014. Ακόμα και στο τραίνο απ' το Μοναστηράκι ―είχε αρχίσει, εν τω μεταξύ, να ψιχαλίζει―, έτσι όπως στεκόμουν όρθιος μπροστά στην πόρτα, τελευταίο βαγόνι, εγώ μόνον, εγώ κι εκείνη η μικροσκοπική ηλικιωμένη αδύνατη γυναίκα με φίνα χτενισμένα τ' ασπρα της μαλλιά, καθισμένη κατάχαμα στην άλλη γωνία της πόρτας απέναντί μου, δίπλα στο χαρτοκούτι της, και βγάζοντας καθε λίγο από μια νάυλον σακκούλα κομμάτια μαύρου ψωμιού, τρώγοντας και ρίχνοντάς μου που και που κανένα βλέμμα: να βγάζω απ' τη δική μου τσάντα, σαν ψωμί, το ωραίο εκείνο τεύχος και να το πασπατεύω. Άλλοι για το ψωμί κι άλλοι για το χαρτί, ομολογώ ότι είπα μέσα μου, κουνώντας το κεφάλι. Οι βιβλιόφιλοι, βιβλιομανείς, βιβλιοσυλλέκτες ελπίζω να με καταλάβουν. Ξέρουν την ηδονή του ψώνιου μας. Τι ντρόγκα είναι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: