3.2.18

Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Ο κόσμος απροκάλυπτα



Μόλις κυκλοφόρησε, στις Εκδόσεις Εντευκτηρίου, το νέο βιβλίο ποίησης της Αλεξάνδρας Μπακονίκα Ο κόσμος απροκάλυπτα.

Τα ποιήματα της συλλογής αυτής έχουν ερωτικό αλλά και κοινωνικό περιεχόμενο, αντλώντας στοιχεία από βιώματα και εμπειρίες. Ο κυνισμός, η αλαζονεία, η μοναξιά, ο ναρκισσισμός, η βία ―αλλά δεν λείπουν και εκλάμψεις τρυφερότητας, ανθρωπιάς― προβάλλουν με άμεσο, λιτό, κυριολεκτικό λόγο. Το ερωτικό πάθος στις ποικίλες του εκφάνσεις συνθέτει ένα πυρετικό υπόστρωμα που φτάνει στα πιο ακραία συναισθήματα.

Ένα από τα ποιήματα του βιβλίου:


ΕΝ ΠΛΗΡΕΙ ΓΝΩΣΕΙ

Υμνώ τη χαρά,
― την υμνώ στο ακέραιο και εν πλήρει γνώσει.
Γιατί από τον ζόφο,
το κάτεργο της δυστυχίας έχω περάσει.
Τα πάνδεινα έπαθα.
Προστρέχω, υμνώ τη χαρά.




Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ., όμως δεν ολοκλήρωσε 
τις σπουδές της. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. 
Πρώτη φορά δημοσιεύθηκαν ποιήματά της 
στο περιοδικό Διαγώνιος το 1983. 

Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές. 
Σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά έχει δημοσιεύσει κείμενα κριτικής. 
Ανθολογημένα ποιήματά της, μεταφρασμένα στα αγγλικά, 
εκδόθηκαν σε βιβλίο στο Νέο Δελχί της Ινδίας 
και στο Βανκούβερ του Καναδά. 
Επίσης, ποιήματά της μεταφράστηκαν στα γερμανικά, 
στα σουηδικά, στα κροατικά και στα αλβανικά.




Αλεξάνδρα Μπακονίκα
Ο κόσμος απροκάλυπτα
Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2018
64 σελ., τιμή λιανικής 8,00 ευρώ (με ΦΠΑ)
ISBN 978-960-7568-54-0






27.1.18

Η Ζάννα του Ολοκαυτώματος



γράφει η Χρυσούλα Σαατσόγλου-Παλιαδέλη, το γένος Σαδικάριο

Όταν ο πατέρας της τυφλώθηκε, μετά τον θάνατο του Ιζιντόρ, του μεγαλύτερου αδελφού της, η δευτερότοκη Ζάννα αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο και να δουλέψει. Η μητέρα δεν υπήρχε περίπτωση να βγει στη δουλειά. Δεν μιλούσε παρά μόνον τα σεφαραδίτικα, κι είχε να φροντίσει τα μικρότερα παιδιά και τους παππούδες, που έμεναν μαζί τους σ’ ένα διώροφο στην Πλάτωνος.

Η μεγάλη κόρη, άξια και έξυπνη, δεν άργησε να μάθει τη δουλειά στο λιθογραφείο του Κούτσαρη. Τα ελληνικά της άλλωστε ήταν πολύ καλά. Δύσκολα την ξεχώριζες από χριστιανή.
Οι δικοί της δεν ήταν ιδιαίτερα θρήσκοι. Απλώς, ως μεγαλύτεροι, ήταν περισσότερο ψυλλιασμένοι και βεβαίως απολύτως ανήσυχοι με φιλίες αλλόθρησκες, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διαταράξουν την τάξη των πραγμάτων: έναν καλό γάμο, αυτονόητα με ομόθρησκο, επιστροφή στις δουλειές του σπιτιού, παιδιά, φροντίδα για τους παππούδες και τις γιαγιάδες, σεβασμό στην οικογένεια και στις παραδόσεις της.
Σ’ αυτά τα ζητήματα ο πατέρας ήταν άτεγκτος.
Και η ίδια δεν υπήρχε περίπτωση να φέρει σε δύσκολη θέση τους δικούς της, να ξεγραφτεί από την οικογένεια απλώς για να πάει με έναν χριστιανό. Ούτε καν με τον Ηρακλή, ένα όμορφο παλικάρι, μάστορα στο ίδιο λιθογραφείο, που αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μεσολαβούσε η κατοχή και τα στρατόπεδα, ούτε που θα της περνούσε από το μυαλό πως θα μπορούσε να κάνει οικογένεια μαζί του.

Στην προπολεμική Θεσσαλονίκη οι σχέσεις των δύο μεγαλύτερων κοινοτήτων της πόλης ήταν σε γενικές γραμμές ειρηνικές και παράλληλες. Oι κοινωνικές επαφές ―τουλάχιστον στην εργατική τάξη― σπάνια υπερέβαιναν τα όρια της οικονομικής συναλλαγής.

Τα πράγματα δεν φάνηκε να αλλάζουν για τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, με την έναρξη του πολέμου. Ένα από τα ξαδέλφια της Ζάννας είχε πολεμήσει στο αλβανικό και είχε γυρίσει από το μέτωπο, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην πόλη. Δεν ήταν ο μόνος εβραίος Έλληνας πολίτης που μετείχε στον πόλεμο του ’40 ή, αμέσως αργότερα, στην αντίσταση εναντίον των Γερμανών.
Υπολογίζεται ότι περί τους 13.000 Έλληνες Εβραίοι πολέμησαν στον ελληνικό στρατό.

Τον πρώτο χρόνο της γερμανικής κατοχής, από τον Απρίλιο του 1941, εβραίοι και χριστιανοί της Θεσσαλονίκης υπέφεραν το ίδιο, και η Ζάννα συχνά ταξίδευε στην ύπαιθρο για να βρει στάρι ή καλαμπόκι για τους δικούς της. Δεν είχαν κυκλοφορήσει ακόμη οι φήμες για διώξεις εβραίων και για στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Πολωνία. Πολύ λιγότερο για συστηματικό σχέδιο εξόντωσής τους.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν με τα δύο γκέτο στα ανατολικά και στα δυτικά της πόλης, με τους περιορισμούς στην είσοδο και την έξοδο απ’ αυτά, και με το κίτρινο άστρο στη μεριά της καρδιάς.
Οι περίπου 60.000 εβραίοι της Θεσσαλονίκης είχαν αποκτήσει πλέον διακριτικά.
Τα επόμενα ήταν απλώς θέμα χρόνου.






 Στις 11 Ιουλίου του 1942, η συγκέντρωση στην πλατεία Ελευθερίας 9.000 εβραίων κι ο έλεγχος στα αρχεία της Εβραϊκής Κοινότητας ήταν, όπως αποδείχτηκε λίγους μήνες αργότερα, η αρχή του τέλους. Με την πρόφαση της καταγραφής τους για καταναγκαστική εργασία στην κατασκευή δρόμων και γεφυρών, οι Γερμανοί τους ταπείνωσαν και τους προπηλάκισαν.



Το σημερινό πάρκινγκ αυτοκινήτων στην ίδια πλατεία ελάχιστα θυμίζει στους νεότερους ή στους επισκέπτες της πόλης τον τόπο του μαρτυρίου τους. Μόνον ένα γλυπτό, που φιλοτεχνήθηκε με δαπάνες της Ισραηλιτικής Κοινότητας, επιτράπηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης να στηθεί στην άκρη της, για να θυμίζει, σε όσους ήδη το γνωρίζουν (και να ενοχλεί τους σύγχρονους νοσταλγούς του ναζιστικού παρελθόντος), τη θέση απ’ όπου άρχισε για τους εβραίους της Θεσσαλονίκης ο διωγμός.

Στη Σαλονίκη, τη μητρόπολη των Βαλκανίων, τη δεύτερη Ιερουσαλήμ, τη μητέρα του Ισραήλ, έμπαινε σε εφαρμογή το σχέδιο της τελικής λύσης. Τα 2,5 δισεκατομμύρια δραχμές που συγκέντρωσε η Ισραηλιτική Κοινότητα για να εξαγοράσει τη ζωή τους, απλώς καθυστέρησαν κατά λίγους μήνες τη μαζική τους εκτόπιση.

Η προσπάθεια του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιου να παρεμποδίσει τον εκτοπισμό όσων από τους εβραίους της πόλης είχαν εκχριστιανιστεί ή διέθεταν πλαστά πιστοποιητικά βάπτισης, και η επίσημη επιστολή διαμαρτυρίας που υπέγραψαν στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 1943 ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός και 27 ηγετικά μέλη πολιτιστικών, ακαδημαϊκών και επαγγελματικών οργανώσεων, δεν ανέστειλαν τον εκτοπισμό των ελλήνων εβραίων.




Στις 19 Μαρτίου 1943 η Ζάννα είχε ήδη στοιβαχτεί στα κλειστά βαγόνια του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, μαζί με την οικογένειά της, με τελικό προορισμό το Άουσβιτς -Μπιρκενάου.

Θα μπορούσε να μη φύγει.
Να κρυφτεί σε κάποιο φιλικό χριστιανικό σπίτι.
Ν’ ανέβει με τους αντάρτες στο βουνό.
Να είναι ανάμεσα στους 280 εβραίους της Θεσσαλονίκης που διέφυγαν στην ιταλοκρατούμενη Αθήνα, χάρη στις ενέργειες του Γκουέλφο Ζαμπόνι, του Ιταλού γενικού προξένου που τους εφοδίασε, εν γνώσει της ιταλικής κυβέρνησης, με πλαστά πιστοποιητικά ιθαγένειας, και να αποφύγει έτσι τα τρένα του θανάτου.
Εκείνη τα απέρριψε εξαρχής.
Ήταν δυνατό να αφήσει τους δικούς της;
Ποιος θα τους φρόντιζε στο ταξίδι;
Ποιος θα τους βοηθούσε στην μετεγκατάσταση;
Ποιος θα τους προστάτευε από το άγνωστο;

Μάλλον είχε κάνει λάθος.
Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για κείνους.
Ήταν όλα σχεδιασμένα από πριν. Ως παραγωγικές φάσεις μιας μεγάλης βιομηχανικής επιχείρησης.

Είναι αλήθεια πως κανείς από την οικογένειά της δεν πέθανε στη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού.
Κατάφεραν, μικροί και μεγάλοι, να επιβιώσουν κάτω από ασφυκτικές συνθήκες, στριμωγμένοι σαν ζώα, σε βαγόνια για ζώα, χωρίς παράθυρα, μέχρι τον τελικό προορισμό τους.



Στον σταθμό του Αουσβιτς έγινε η πρώτη διαλογή για τα κρεματόρια ή την καταναγκαστική εργασία. Η Ζάννα έμεινε μόνη, να κοιτάζει τους γονείς και τα μικρότερα αδέλφια της να απομακρύνονται. Τη Λιλή, τη σχεδόν συνομήλικη αδελφή της, να χάνεται στο πλήθος, σε άλλη ομάδα.

Σε λεπτομέρειες από τη ζωή της στα στρατόπεδα άργησε πολύ να αναφερθεί.
Κι όταν το έκανε, μίλησε γι’ αυτές αποστασιοποιημένα, σχεδόν ψυχρά, λες και δεν ήταν εκείνη που είχε βιώσει το απόλυτο απάνθρωπο.
Όταν τη ρωτούσαν τι είναι εκείνος ο αριθμός στο αριστερό της χέρι, έλεγε πως είναι ο αριθμός του τηλεφώνου της.
Τι να εξηγήσεις, για τέτοια πράγματα σε ανθρώπους που αγνοούν ό,τι έγινε;
Από πού να πρωτοαρχίσεις την αφήγηση;

Απέφευγε να ανακαλέσει στη μνήμη της, ίσως για να μην τις αναβιώσει, σκηνές οικείες πλέον σε όλους μας, χάρη σε πλήθος γραπτών και οπτικών ντοκουμέντων. Ιστορικών, δηλαδή, δεδομένων που δυστυχώς ακόμη και στις μέρες μας φαίνεται πως δεν είναι αρκετά για να αποτρέψουν απόπειρες να διαστρεβλωθεί η αλήθεια του ολοκαυτώματος, να μειωθεί το μέγεθος του εγκλήματος, ­να δικαιολογηθούν τερατικές επιλογές ρατσιστικής έμπνευσης, να δοθεί συγχωροχάρτι σε μια γενιά ανθρώπινων (;) όντων που υπερέβησαν τα όρια της ανθρώπινης φύσης τους, κάνοντας πράγματα που ξεπέρασαν στην εφαρμογή τους τις δυνατότητες ακόμη και της πιο νοσηρής φαντασίας.

Το καλοκαίρι του 1945 η Ζάννα ήταν ανάμεσα στους λιγοστούς εβραίους της Θεσσαλονίκης που επέστρεψαν από την κόλαση, για να βρουν τις περισσότερες από τις εξήντα συναγωγές τους κατεστραμμένες, τα σχολεία τους ερειπωμένα, τα σπίτια τους άδεια ή υπό κατάληψη.. Αρκετοί ανάμεσά τους μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όσοι απέμειναν βάλθηκαν να ξαναφτιάξουν, όπως όπως, τη ζωή τους, οι περισσότεροι εντός, αλλά και αρκετοί εκτός της εβραϊκής κοινότητας.



Για τη Ζάννα, που αποφάσισε να ζήσει με τον Ηρακλή, ίσως δεν ήταν μόνον η προπολεμική ανάμνηση. Εκείνος την περίμενε, και ομολογουμένως τής στάθηκε με τον έρωτά του σ’ εκείνη τη δύσκολη επιστροφή της στη νέα πραγματικότητα. Γι’ αυτό δέχτηκε να μείνει μαζί του, να φτιάξει μαζί του με τιμή και δόξα καινούργια οικογένεια, θυσιάζοντας στη νομιμότητα το θρησκευτικό και πολιτιστικό παρελθόν της. Εκείνο δηλαδή το κομμάτι της ζωής της για το οποίο είχε βασανιστεί στα στρατόπεδα του θανάτου.

Η επιλογή είχε τις επιπτώσεις της.
Καταρχήν τον εσωτερικό διχασμό της.
Ήταν εβραία ή χριστιανή;

Το ερώτημα δεν αφορούσε την ίδια.
Εκείνη είχε αφήσει τέτοιου είδους μεταφυσικές πολυτέλειες έξω από τους θαλάμους των αερίων.
Το ερώτημα αφορούσε τους άλλους.
Οι χριστιανοί δεν θεωρούσαν πως είχε πειστικά μεταστραφεί. Ίσως επειδή κάθε Μεγάλη Πέμπτη, αυτή ―η απόγονη του Ιούδα― ετοίμαζε κλαίγοντας τα αυγά και τα τσουρέκια, την ίδια ημέρα που οι πρώην ομόφυλοί της σταύρωναν τον Χριστό.
Οι εβραίοι πίστευαν το αντίθετο. Η εκχριστιανισθείσα δεν είχε λόγους να τριγυρνά γύρω τους, να επιζητά το Πουρίμ, να μετέχει στο σέντερ του Πέσσαχ, να πηγαίνει στη λέσχη τους, να μιλάει τα σεφαραδίτικα.
Δεν της το έδειχναν πάντα έμπρακτα. Η ίδια όμως το ένιωθε.
Άλλωστε, υπήρχαν και οι λιγοστές αλλά πολύτιμες εξαιρέσεις που γέμιζαν το κενό της.

Αναρωτιέμαι συχνά πώς άντεξε, ανάμεσα σ’ αυτές τις Συμπληγάδες, για περισσότερο από 65 χρόνια, αλλά χαίρομαι που κατάφερε να επιβιώσει, αναπτύσσοντας μια στάση ζωής που δεν αρνείται τις ρίζες της, αλλά αναγνωρίζει την υπέρβαση ως μοναδικό εργαλείο για την ειρηνική κι απροκατάληπτη συνύπαρξη.
Τέτοια σαν εκείνη που ίσως είχαν γευτεί, με όλες τις αντιθέσεις τους, οι κάτοικοι αυτής της πόλης προπολεμικά, με τη ρεμπέτισσα Ρόζα Εσκενάζυ, τον σοσιαλιστή Αβραάμ Μπεναρόγια, τον συνταγματάρχη Μορδοχάι Φριζή, που σκοτώθηκε στο Καλπάκι, τον λοχαγό του ελληνικού στρατού Αλβέρτο Ερρέρα, που επικεφαλής 300 ελληνοεβραίων κρατουμένων στο Μπίρκεναου αφόπλισε τους Γερμανούς φρουρούς κι ανατίναξε το κρεματόριο, για να εκτελεστεί τραγουδώντας τον ελληνικό ύμνο, τον αντιδήμαρχο Αλβέρτο Αρδίττη, εκδότη του σοσιαλιστικού περιοδικού Αβάντι, που εξοντώθηκε με την οικογένειά του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, τους εβραίους Θεσσαλονικείς βουλευτές Δανιήλ Αλαλούφ, Αλβέρτο Κουριέλ, Ιωσήφ Μαλλάχ, Μεντές Μπεσαντζή και Ιωσήφ Νεχαμά.

Ή τους μεταπολεμικούς Μωύς Σαλτιέλ, Μπαρούχ Σιμπή, Αλμπέρτο Ναρ, και τη συμβολή τους στην καλλιτεχνική και πολιτιστική ζωή της πόλης.

Προσβλέπω σε μια δικαίωση όσων Θεσσαλονικιών εβραίων χάθηκαν στα στρατόπεδα, με τους απογόνους τους να μετέχουν και πάλι ενεργά στην πολιτική, πολιτιστική και οικονομική ανάκαμψη αυτής της πόλης, αψηφώντας προκαταλήψεις, ανατρέποντας τερατικές αναβιώσεις και υπερβαίνοντας φόβους που κατάφερε να ξεπεράσει η Ζάννα του Ολοκαυτώματος και η ταλαιπωρημένη γενιά της.
















18.1.18

Σύγχρονοι αρχαίοι



του Γκασμέντ Καπλάνι

πηγή: Facebook

Φέτος στην Αμερική διδάσκω ένα μάθημα με τίτλο "σύγχρονοι αρχαίοι" - ελληνική αρχαία λογοτεχνία (έπος και τραγωδία) και πως την προσεγγίζουν σύγχρονοι καλλιτένχες, απο την λογοτεχνία εώς την όπερα.
Διηγήθηκα στους φοιτητές μου την ιστορία του Γκιών Σλάκου (Gjon Shllaku), ενός καθολικού Αλβανού απο την πόλη Σκόδρα (Shkodra - Βόρεια Αλβανία) που πέρασε όλη την ζωή του σε κομμουνιστικές φυλακές και στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας.
Ο Σλάκου, ένας πολύγλωσσος και πολυμαθής άνθρωπος που θύμιζε τον άνθρωπο της Αναγέννησης, έμαθε αρχαία ελληνικά στην φυλακή. Εκεί άρχισε να μεταφράσει τον Όμηρο. Ολοκλήρωσε τη μετάφραση στα αλβανικά της Ιλιάδας στα στρατόπεδα αναγκαστικής εργασίας (κοντά στη γενέθλια πόλη μου).
Μια υπέροχη μετάφραση.
Μετέφρασε στα αλβανικά τις τραγωδίες του Σοφοκλή.
(Μετέφρασε επίσης στα αλβανικά τον Λουκρήτιο και τον Βιργίλιο, τη Βίβλο, όπως και σπουδαία έργα Γάλλων και Ισπανών λογοτεχνών).
Για τη μετάφραση των τραγωδιών του Σοφοκλή πληρώθηκε τόσο όσο να μπορέσει να αγοράσει ένα καινούργιο κοστούμι και ένα κινέζικο ποδήλατο (το οποίο του το έκλεψαν μετά απο λίγες εβδομάδες).
Όταν πέθανε, το 2003, παμφτωχος, φορούσε το ίδιο κοστούμι...
------
Στο καινούργιο μυθιστόρημά μου - που ελπίζω να κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα φέτος - είναι ένας απο τους "αφανείς" πρωταγωνιστές. Καταδικασμένος να σκουπίζει τους δρόμους μιας φαντασιακής βαλκανικής πόλης, οι κάτοικοι της οποίας τον φωνάζουν Πύργο της Βαβέλ...

Ο Γκαζμέντ Καπλάνι γεννήθηκε το 1967 στην πόλη Λούσνια της Αλβανίας. Τον Ιανουάριο του 1991 πέρασε τα σύνορα με την Ελλάδα περπατώντας μαζί με ένα καραβάνι ανθρώπων. Στην Ελλάδα έκανε όλα τα είδη των δουλειών που κάνει ο κάθε μετανάστης για να επιβιώσει: οικοδόμος, λαντζιέρης, περιπτεράς. Ταυτόχρονα, φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι διδάκτορας Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2001 είναι τακτικός αρθρογράφος της εφημερίδας "Τα Νέα", όπου διατηρεί εβδομαδιαία στήλη. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί μέχρι τώρα, στα αγγλικά, τα πολωνικά, τα δανέζικα και τα γαλλικά. Δουλεύει πολύ και ταξιδεύει συχνά. Επί του παρόντος ζει στη Βοστόνη, έπειτα από υποτροφία που του απονεμήθηκε από το Radcliffe Institute for Advances Study του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ.

16.1.18

Μια εξομολόγηση… στο «Εντευκτήριο»




της Κυριακής Μπεϊόγλου

πηγή: https://www.efsyn.gr

«Μάθε λοιπόν, διαβάζοντας αυτές τις σελίδες, μέσα σε κάποιες δυσκολίες παλέψανε οι προηγούμενες γενιές. Κρίνε σύμφωνα με το πείσμα των αντιπάλων μας, στο παρελθόν, αν δεν διακινδυνεύουμε να γίνουμε και πάλι κάποια μέρα αντικείμενα εξευτελισμών, κακοποιήσεων ή διωγμών. Πες μου, προπάντων, ότι ο έρωτάς μας δεν έχει χάσει την έντασή του… Εχουμε ξεπεράσει τόσα εμπόδια, ώστε δεν πρόκειται να αφήσουμε να μας φθείρει ο χρόνος» («Το ροζ αστέρι», Εξάντας, 1989).
Διαβάζω -στο τριαντάχρονο φέτος- λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο» αυτό το μικρό απόσπασμα από το βιβλίο «Το ροζ αστέρι» του Ντομινίκ Φερνάντεζ, ανάμεσα σε μια εξομολόγηση-ποταμό που έκανε στον Φίλιππο Δ. Δρακονταειδή όταν τον συνάντησε στο τελευταίο του ταξίδι στην Ελλάδα.
Και στάθηκα εκεί -παρ'όλο που η όπως πάντα πλούσια και ποιοτική ύλη του «Εντευκτηρίου» θα μπορούσε να ανατροφοδοτήσει πολλά κείμενα- γιατί ο αληθινός λόγος του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και αρθρογράφου Ντομινίκ Φερνάντεζ είναι καθηλωτικός.
Μιλώντας για την καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία αναφέρει το πώς ο Μάης του ’68 -συμπληρώνονται φέτος πενήντα χρόνια από τότε- βοήθησε στη ρήξη με τα ήθη του παρελθόντος, δείχνοντας τον δρόμο για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του ατόμου. Λέει ο Φερνάντεζ: «Θυμηθείτε τον Μάη του ’68, θυμηθείτε τι λεγόταν, τι βιβλία κυκλοφόρησαν…
Ως τότε, ήμουν σε ένα είδος καταστολής, άρχισα να ζω με καθυστέρηση. Και έσπευσα να υποστηρίξω τέτοιες επιλογές, μια στράτευση θα λέγαμε. Υποστήριξα τον “γάμο για όλους”, βγήκα στον δρόμο, σε διαδηλώσεις, έγραψα άρθρα στις εφημερίδες. Και όλα αυτά στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων.
Οταν το 1974 τιμήθηκα με το βραβείο Μεντίσις, ανέλαβα να μιλώ για εκείνους που δεν μιλούσαν, που δεν είχαν τέτοια προοπτική, καταδικασμένοι στην ντροπή, σε μια ζωή ταπείνωσης και εξευτελισμού. Τότε έγραψα “Το ροζ αστέρι”, φωνή για τους στερημένους φωνής»… Στο «Εντευκτήριο» θα διαβάσετε τη συνέχεια…
Ο Μάης του ’68 έβαλε θεμέλια στο «όνειρο» πολλών καταπιεσμένων ανθρώπων που ανέπνευσαν πιο ελεύθερα στους δρόμους. Πενήντα χρόνια μετά, η Ευρώπη φαίνεται να συστρέφεται στον εαυτό της. Δίνονται ακόμα μάχες για την ισότητα, για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, για την αντιμετώπιση φασιστικών και ρατσιστικών κινημάτων.
Τα τείχη υψώνονται στα σύνορα, οι πρόσφυγες περιμένουν πίσω από ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Απέτυχε το κίνημα των νέων του ’68; Μήπως περιμέναμε πολλά; Θυμάμαι πάλι αυτό το μικρό ποιηματάκι του Μάνου Χατζιδάκι και όλα βρίσκουν το νόημά τους:
Οι Γάλλοι νέοι που επαναστατούν, Στους δρόμους, Στα δημόσια πάρκα, Και στις ιστορικές πλατείες, Δεν κάμουν ιστορία. Τραγουδούν, Καθώς παλιά οι Προχριστιανοί, Τη γέννηση ενός κόσμου που θα ’ρθει, Για να ξεπλύνει τούτη τη γη, από χιλιάδων χρόνων, Σκόνη, Μίσος και Μωρία. Οι Γάλλοι νέοι δεν επαναστατούν, εγκαινιάζουνε απλώς μια εντελώς καινούργια ιστορία…
Πενήντα χρόνια μετά, το 2018 τα αιτήματά τους επανέρχονται, κερδίσαμε πολλά, διανύσαμε μια μεγάλη απόσταση, αλλά φαίνεται πως είναι μακρύς ο δρόμος…

7.1.18

Ο Αχιλλέας στα χαρακώματα


Φωτογραφία: Χριστόδουλος Παναγιώτου

της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου
πηγή: Facebook

Τη λεπτομέρεια από τον γλυπτό διάκοσμο της ρωμαϊκής σαρκοφάγου από τη νεκρόπολη της Τύρου με τον θρύλο του Αχιλλέα την έχω αλιεύσει από το Instagram πάνω από έναν χρόνο τώρα, όταν, στα εγκαίνια του νέου αρχαιολογικού μουσείου του Λιβάνου στη Βηρυτό, γέμισε το διαδίκτυο με φωτογραφίες από πολλές ελληνορωμαϊκές ομορφιές, σαν κι αυτή.
Με καθήλωσε η τρυφερότητα του στιγμιότυπου αλλά και η σπανιότητά του. Στα ταφικά μνημεία η αποχαιρετιστήρια χειρονομία μεταξύ νεκρού και ζωντανών είναι η λεγόμενη "δεξίωσις", δηλαδή η χειραψία. Ένα αντρικό πόδι που αγγίζει με τα δάχτυλα το πόδι ενός άλλου άντρα είναι σπάνια σκηνή.
Λίγο πριν από τον θάνατο ή μήπως λίγο μετά;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να προσλάβεις τη σκηνή.
Εάν είσαι ερωτευμένος, βλέπεις την κίνηση του ενός ποδιού ως πράξη ερωτικής οικειότητας μ' ένα σεξουαλικό συμφραζόμενο. Εάν είσαι θλιμμένος, βλέπεις έναν αποχαιρετισμό, ενώ
εάν έχεις κέφια, αναγνωρίζεις τα πειράγματα των αγοριών κάτω από το τραπέζι, έτσι όπως τσιμπιούνται και κλωτσιούνται στα κρυφά για να μην τα δουν οι μεγάλοι.
Φίλοι οι εραστές;
Όποιος αναζητήσει το όνομα Αχιλλέας σε μια βάση δεδομένων όπως το πρόγραμμα «Περσέας» διαπιστώνει πως ο Όμηρος αναφέρει τον Αχιλλέα περί τις 400 φορές. Η λέξη Αχιλλέας είναι όνομα ουσιαστικό. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα επίθετα που συνοδεύουν κάθε αναφορά στο όνομά του είναι πολλαπλάσια και ποτέ τα ίδια. Ο Αχιλλέας περιγράφεται από τον Όμηρο με τόσα πολλά και διαφορετικά επίθετα, ώστε εύκολα καταλαβαίνουμε πως για τον ποιητή δεν ήταν ένα πρόσωπο, ένας ρόλος αλλά μία ιδιότητα.
Ο Αχιλλέας είναι ένα σύμβολο της παθιασμένης νιότης που προτιμά τον ένδοξο θάνατο 1.000 φορές από τη βαρετή ζωή, γι' αυτό και ορμάει με κάθε ευκαιρία στη μάχη. Το λέει και ο ίδιος τουλάχιστον τρεις φορές στην Ιλιάδα και μία στην Οδυσσεια (στη Νέκυια).
Η Ιλιάδα είναι μία ιστορία που διαδραματίζεται τον 10ο χρόνο της πολιορκίας της Τροίας και αφορά τον καυγά του Αγαμέμνονα με τον Αχιλλέα για μια φανταιζί γκόμενα. Στο έργο, τόσο ο Αχιλλέας όσο και ο Πάτροκλος συνευρίσκονται αποκλειστικά με γυναίκες, τόσο λαμπερές και αντάξιές τους, που ο Όμηρος δεν παραλείπει ποτέ να τις κατονομάζει. Οι ομόκλινες των δύο αυτών ηρώων είναι πάντα λαμπερές και επώνυμες.
Η φιλία του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο είναι μοναδική για τα ανθρώπινα. Ένα κράμα θαυμασμού, αγάπης και αιώνιας αφοσίωσης. Πόσο τσουρούτικο να θες να την περιορίσεις στο επίπεδο της σεξουαλικής ταυτότητας αλλά και πόσο στενή η αντίληψη του Αχιλλέα ως του Έλληνα στρέιτ παλικαρά;
Ο λόγος που η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αφορούν τόσο κόσμο σε ολόκληρο τον πλανήτη χιλιάδες χρόνια μετά τη συγκρότηση των επών αυτών σε σώμα από τους ευφυείς συγγραφείς τους είναι γιατί στο έργο οι επιθετικοί προσδιορισμοί υπερισχύουν συντριπτικά των ουσιαστικών. Στην πραγματικότητα, το ουσιαστικό όνομα στα ομηρικά έπη είναι μόνον ένα: άνθρωπος κατι που αφήνει χώρο σε ολους μας να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες.
Με στεναχώρησε πολύ η συζήτηση. Ακούστηκαν και από τις δύο πλευρές θηριώδεις βλακείες βγαλμένες από φανατισμό και πηχτή άγνοια. Κρίμα.


ΥΓ.
Ο Μαρωνίτης έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση Πατρόκλου -Αχιλλέα. Αυτος παρατηρεί οτι στο έπος διαλέγονται μόλις δύο φορες. Για όσο διάστημα κρατάει η μήνις του Αχιλλέα, ο Πάτροκλος μενει σιωπηλός. Σπάει τη σιωπή του όταν τον επισκέπτεται στη σκηνή στο Ρ, για να του μεταφέρει την ιδέα του Νέστορος: να του δανείσει τα όπλα του για να τρομάξει απλώς τους Τρωες.
Ο δεύτερος διάλογος ειναι βέβαια ο συγκλονιστικός, αυτός για τον οποίο ο Σίλερ έχει πει ότι αν στη ζωη σου διαβάσεις μόνον αυτό, ας είσαι και ικανοποιημένος που το αξιώθηκες. 
Στον δεύτερο διάλογο, στο Ψ, ο Πάτροκλος επισκέπτεται τον Αχιλλέα ως φάντασμα, αφού εχει πεθάνει, και του ζητάει να τον θάψει, να μην τον κρατήσει άλλο ως πτώμα, για να πάρει η ψυχή του τον δρόμο για τον Άδη. Θρηνούν για το γεγονός οτι δεν μπορεί ο ένας να πιάσει το χέρι του άλλου και ο Πάτροκλος βάζει τον Αχιλλέα να ορκιστεί ότι θα φροντίσει ώστε, όταν πεθάνει κι εκείνος, οι στάχτες τους να ανακατευτούν για να φυλαχτούν στο ίδιο αγγείο.
Και εκεί ο Μαρωνίτης μας ζητάει να μην μπερδευτούμε: η περιπάθεια του διαλόγου των ηρώων πηγάζει μόνον από το πένθος. Το πένθος για τη θνητότητα, ο χωρισμός που επιφέρει ο θανατος, ειναι που μετατρέπει παντα την εμπάθεια/συμπάθεια σε περιπαθεια.

30.12.17

Και νέον έτος αριθμεί η του Χριστού περιτομή...

Αυτά είναι τα κάλαντα που έλεγα παιδί κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς:

Και νέον έτος αριθμεί

η του Χριστού περιτομή

και η μνήμη του Αγίου

Ιεράρχου Βασιλείου.



Του χρόνου μας αρχή καλή
και ο Χριστός μας προσκαλεί
την κακίαν ν' αρνηθώμεν
μ' αρετάς να στολισθώμεν.

Να ζώμεν βίον τέλειον
κατά το Ευαγγέλιον
με αγάπη με ειρήνη
και με τη δικαιοσύνη.




Χρόνια πολλά και ευτυχή

με καθαρά κι αγνή ψυχή

με χαρά και με υγεία

και με θεία ευλογία.


Μου τα είχε διδάξει η μητέρα μου και έκανα με αυτά μεγάλες επιτυχίες αλλά και... εισπράξεις (δεκάρες, εικοσάρες, μισαδάκια, καμιά φορά και ολόκληρες δραχμές ή και δίφραγκα), γιατί ήμουν το μόνο παιδί στη γειτονιά που έλεγε αυτά τα κάλαντα ― νομίζω πως η λέξη περιτομή ήταν αυτή που έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση: περιτομή μέσα σε κάλαντα!

Χάρη στην... περιτομή του Χριστού λοιπόν, το υφασμάτινο πορτοφόλι (κάτι σαν πουγκί) που μου είχε ράψει η μοδίστρα μητέρα μου) γέμιζε γρήγορα μέχρι νωρίς το μεσημέρι, οπότε και γύριζα πανευτυχής στο σπίτι και ικανοποιημένος που χάρη στις εισπράξεις μου από τα κάλαντα θα εξασφάλιζα την οικονομική μου αυτάρκεια για ένα μικρό διάστημα  ― η λέξη χαρτζιλίκι ήταν άγνωστη στα παιδικά μου χρόνια, μόνο η Χατζήνα, η κουνιάδα της γιαγιάς Αντιγόνης, μου έβαζε στο χέρι ένα κέρμα κάθε φορά που πηγαίναμε με τους γονείς μου να τη δούμε, επιβραβεύοντάς με έτσι για το γεγονός ότι κάθε Κυριακή πήγαινα στο ιερό του Αγίου Ελευθερίου και ντυνόμουν παπαδάκι, για να σηκώσω στη θεία λειτουργία ένα εξαπτέρυγο ή ―αν είχα καταφέρει να ξυπνήσω αρκετά νωρίς― και τον σταυρό!

Μια χρονιά δοκίμασα να πω τα συνηθισμένα κάλαντα που έλεγαν τα άλλα παιδιά: Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία... Τζίφος. Όλοι και όλες στη γειτονιά ήθελαν «τα άλλα, τα διαφορετικά κάλαντα που ξέρεις, Γιωργάκη...»

Λένε (λέγανε) στην οικογένεια ότι μικρός ήμουν αυτό που λένε «καλό παιδί και ήσυχο». Εξ ου και η μεγάλη τους έκπληξη όταν ένα μεσημέρι, παίζοντας "μπίκο" (με ένα άδειο κουτί κονσέρβας) αστόχησα και το έστειλα στο κεφάλι της Ελενίτσας Μυσιρλοπούλου, που χρειάστηκε να την πάνε στο νοσοκομείο για μερικά ράμματα!

«Μικρός ήσουνα καλός, όχι το τέρας που είσαι τώρα» μου έλεγε πότε πότε η μάνα μου. (Άσχετο αλλά ενδιαφέρον, ίσως, ως οικογενειακό ανέκδοτο: Το 1978 ή 1979, ως νεαρός δημοσιογράφος, είχα πάρει μια συνέντευξη από τον Ντίνο Ηλιόπουλο, που βρισκόταν για κάποιες παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη. Την άλλη μέρα, ο Ηλιόπουλος, που ήθελε κάτι να προστεθεί στη συνέντευξη (ή να αφαιρεθεί, δεν θυμάμαι πια), τηλεφώνησε αργά το μεσημέρι στο σπίτι, ενώ κοιμόμουν. Η μητέρα μου είπε στον Ηλιόπουλο ―που της είχε συστηθεί κανονικά― ότι δεν μπορεί να με ξυπνήσει, γιατί θα βρει τον μπελά της! Στην παρατήρηση του Ηλιόπουλου «μα τι μπελά να βρείτε, ο Γιώργος είναι τόσο καλό παιδί», η μητέρα μου απάντησε: Καλό παιδί; Εγώ να σας πω για την... καλοσύνη του!»

Άντε, καλή Πρωτοχρονιά και καλύτερη χρονιά!

28.12.17

Ήδη έξι χρόνια χωρίς τον Αργύρη Χιόνη



Πέρασαν κιόλας έξι χρόνια! Ο χρόνος κυλάει αμείλικτος.

Το 2011, σαν σήμερα, έγραφα αυτό:


Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

Φεύγοντας το ξορκισμένο 2011 παίρνει μαζί του, μεταξύ άλλων, τον λαμπρό ποιητή και μεταφραστή Αργύρη Χιόνη, που πέθανε αιφνίδια χτες.

Γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα. Έζησε είκοσι χρόνια σε πόλεις της βόρειας Ευρώπης (Άμστερνταμ, Βρυξέλλες), δουλεύοντας την περίοδο 1982-1992 ως μεταφραστής στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέχρι που τα εγκατέλειψε όλα για χάρη της ποίησης και της γεωργίας και εγκαταστάθηκε στο Θροφαρί Κορινθίας.

Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966, με την ποιητική συλλογή Απόπειρες φωτός (εκδ. Δωδεκάτη Ώρα). Ακολούθησαν τα ποιητικά βιβλία: Σχήματα απουσίας (Αρίων, 1973, αγγλική και ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. Tor/Amsterdam, 1971), Μεταμορφώσεις (Μπουκουμάνης, 1974, ολλανδική μετάφραση από τις εκδ. De Beuk/Amsterdam, 1976, μαζί με ποιήματα από τη συλλογή Τύποι ήλων), Τύποι ήλων (Εγνατία-Τραμ, 1978), Λεκτικά τοπία (Καστανιώτης, 1983), Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη (Υάκινθος, 1986), Εσωτικά τοπία (Νεφέλη, 1991, 1η ανατύπωση 1999), Ο ακίνητος δρομέας (Νεφέλη, 1996, 1η ανατύπωση 2000), Ιδεογράμματα (Τα τραμάκια, 1997), Τότε που η σιωπή τραγούδησε (Νεφέλη, 2000), Στο υπόγειο (Νεφέλη, 2004), Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Γαβριηλίδης, 2010). 

Το 2006 κυκλοφόρησε η συγκεντρωτική έκδοση των δέκα πρώτων ποιητικών του συλλογών, με τίτλο Η φωνή της σιωπής: ποιήματα 1966-2000 (Νεφέλη). Μετά το 1981 ασχολήθηκε παράλληλα, με την πεζογραφία, με αφηγήματα για μεγάλους, παιδιά και νέους, όπως Ιστορίες μιας παλιάς εποχής που δεν ήρθε ακόμα (Αιγόκερως, 1981), Ο αφανής θρίαμβος της ομορφιάς (Πατάκης, 1995), Τρία μαγικά παραμύθια (Πατάκης, 1998), Όντα και μη όντα (Γαβριηλίδης, 2006), Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες (Κίχλη, 2008, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2009, εξ ημισείας με τον Τόλη Νικηφόρου), 

Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση, μεταφράζοντας έργα των Οκτάβιο Πας (Ποιήματα, 1981), Ράσελ Έντσον (Όταν το ταβάνι κλαίει, 1986), Τζέιν Όστεν (Περηφάνια και προκατάληψη, 1997), Ρομπέρτο Γιάρος (Κατακόρυφη ποίηση, 1997) και Ανρί Μισώ (Με το αγκίστρι στην καρδιά: Μια επιλογή από το έργο του, 2003).




Υ.Γ. (2017)

Στο τεύχος αριθ. 97 [2012] του Εντευκτηρίου δημοσιεύτηκαν οι «Σελίδες για τον Αργύρη Χιόνη», με ανέκδοτα κείμενά του και συνεργασίες της Ζυράννας Ζατέλη, του Δημήτρη Νόλλα, των Γιαν Χένρικ Σβαν & Μαργαρίτας Μέλμπεργκ, του Αλέξη Ζήρα, της Ντάντης Σιδέρη-Σπεκ, του Σταύρου Ζαφειρίου, της Μαρίας Στασινοπούλου, του Σωτήρη Γάκου.

Το τεύχος αποστέλλεται με αντικαταβολή 12,00 ευρώ (περιλαμβάνονται και έξοδα αποστολής). Πληροφορίες & παραγγελίες: entefkti@otenet.gr, τηλ. 2310279607]

Στο βίντεο ο Αργύρης Χιόνης (1943-2011) απαγγέλει τα ποιήματα που απαρτίζουν την ενότητα «Οι Εκδοχές του Τέλους» από το (τελευταίο) βιβλίο του με τίτλο Ό,τι περιγράφω με περιγράφει (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010).