13.8.17

Βιωματική πεζογραφία με υπαρξιακές ανησυχίες


Το τείχος του Βερολίνου άρχισε να χτίζεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας 
τη νύχτα της 12ης προς την 13η Αυγούστου 1961. Κατεδαφίστηκε στις 9 Νοεμβρίου 1989.


του Γιώργου Κορδομενίδη

Η Κρίστα Βολφ, γεννημένη το 1929 στο Λάντσμπεργκ (σήμερα ανήκει στην Πολωνία), σπούδασε γερμανική φιλολογία στη Λειψία και στην Ιένα, και υπήρξε για πολλά χρόνια η πιο δημοφιλής συγγραφέας τής (κάποτε) Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μέχρις ότου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, παραδέχτηκε πως μεταξύ 1959 και 1962 συνεργάστηκε «ανεπίσημα» με τη Στάζι, τη διαβόητη μυστική υπηρεσία πληροφοριών της πατρίδας της. 

Ωστόσο, γρήγορα βρήκε τη θέση της στη λογοτεχνική σκηνή τής ενιαίας από τότε Γερμανίας. Έχει εκδώσει πάνω από 25 βιβλία με μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, χρονικά και κριτικές.


Μυθιστόρημα ενηλικίωσης

Ο «Μοιρασμένος ουρανός» (University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2009) ―αναφορά στο διχοτομημένο Βερολίνο― είναι το πρώτο της βιβλίο, που την καθιέρωσε ευρύτατα, της απέφερε το βραβείο Χάινριχ Μαν της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σε σενάριο της ίδιας.

Αφηγείται τον καταδικασμένο έρωτα ανάμεσα σε μια νέα, ρομαντική κοπέλα, τη Ρίτα Ζάιντελ, που αναζητά τον εαυτό της, και σε έναν κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό της χημικό μηχανικό, τον ρεαλιστή και κυνικό Μάνφρεντ Χέρφουρτ. Φόντο της δράσης αποτελεί κυρίως ένα εργοστάσιο παραγωγής βαγονιών τρένου, περιβάλλον που η Βολφ γνώρισε «από μέσα» καθώς είχε αναλάβει να διευθύνει τον κύκλο «Οι εργάτες γράφουν» ενός τέτοιου εργοστασίου και είχε γίνει μέλος μιας ομάδας βιομηχανικής παραγωγής.

Εύκολα μπορεί κανείς να κατατάξει το βιβλίο στα bildungsroman (μυθιστορήματα ενηλικίωσης), είδος που άνθησε ιδιαίτερα στη γερμανόφωνη πεζογραφία. Ωστόσο ―κι εδώ η Βολφ κάνει την πρώτη της μεγάλη τομή―, ενώ παραδοσιακά το είδος αυτό είχε στο επίκεντρό του κάποιον νεαρό άνδρα, εδώ παρακολουθούμε την εξέλιξη μιας νέας γυναίκας και, ουσιαστικά, την ενσωμάτωσή της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία. Κι ενώ ο Μάνφρεντ είναι αυτός που εκπροσωπεί τη γενιά της Βολφ (αυτός διαμορφώθηκε στη διάρκεια του ναζισμού μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, σε κλίμα ψυχρότητας, με πατέρα που πρώτα ήταν εθνικοσοσιαλιστής και μετά ασπάστηκε τον κομμουνισμό), η προσωπικότητα που ανατέμνεται είναι της Ρίτας, από την αρχική της επιλογή να γίνει δασκάλα (δηλαδή να εξελιχθεί ως άτομο και να συμμετάσχει στις κοινωνικές διαδικασίες) μέχρι την οικειοθελή προσχώρησή της σε μια ομάδα εργατών του εργοστασίου, που αυτοί γίνονται πια οι «μέντορές» της κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης και συνειδητοποίησής της.




Παρότι ενσωματώνει στην αφήγηση πολλά δικά της βιώματα, η συγγραφέας πλουτίζει την εξιστόρηση με υπαρξιακά ερωτήματα και φιλοσοφικές ανησυχίες, συνδυάζοντάς τα με την πολιτική κατάσταση στην οποία ζει η ηρωίδα της.


Νεωτερική αφήγηση

Ήδη από αυτό το πρώτο της βιβλίο η Βολφ τόλμησε να χρησιμοποιήσει ένα αφηγηματικό ύφος που απείχε από το κανονιστικό «σοσιαλιστικό μοντέλο» του περίφημου Προγράμματος του Μπίτερφελντ, σύμφωνα με το οποίο οι συγγραφείς έπρεπε να προβάλλουν μόνο θετικούς ήρωες και να αποφεύγουν κάθε κριτική και αυτοκριτική στάση. Το νεωτερικό της ύφος, όπως επισημαίνει και η μεταφράστρια στο διεξοδικό της επίμετρο, συγκροτούν «εσωτερική προοπτική που καταλήγει σε εσωτερικό μονόλογο, διάσπαση του αφηγηματικού προσώπου εκφοράς, ρέουσα αφήγηση που ενσωματώνει ευθύ και πλάγιο λόγο κ. ά.».

Μέσα από ένα παιχνίδι αντιθέσεων ανάμεσα στο χωριό και στην πόλη, στο ιδιωτικό και το δημόσιο, στην ατομική και τη συλλογική ευθύνη, τη θέση των εργατών και των διανοουμένων στην κοινωνία, η Βολφ σκιαγραφεί με τόλμη τη μονολιθικότητα της χώρας της αλλά και τις απώλειες που πρέπει να υποστεί το άτομο (και μάλιστα μια γυναίκα) προκειμένου να ενσωματωθεί στην κοινωνία της εποχής.

Η ηρωίδα της βέβαια επιλέγει συνειδητά να μην ακολουθήσει τον αγαπημένο της στον κατ' εκείνον παράδεισο του Δυτικού Βερολίνου, όμως δεν λείπουν οι άλλοτε ρητές και άλλοτε έμμεσες αναφορές της Βολφ στα προβλήματα της ζωής στην Ανατολική Γερμανία, το καθεστώς της οποίας είχε ανυψώσει, από τα μέσα Αυγούστου του 1961 και για πάνω από 28 χρόνια, ένα «αντιφασιστικό τείχος προστασίας» συνολικού μήκους 107 χλμ., στο οποίο βρήκαν το θάνατο περί τους 140 Ανατολικογερμανούς πολίτες που αποπειράθηκαν να το περάσουν κρυφά αναζητώντας την ελευθερία.


Ο «Μοιρασμένος ουρανός» δεν είναι από τα δυσπρόσιτα κείμενα της Βολφ. Συμβάλλει σε αυτό και η προσεγμένη μετάφραση της Κυριακής Χρυσομάλλη-Ηenrich, που ήδη έχει στο ενεργητικό της τη μετάφραση του σπουδαίου βιβλίου της Βολφ «Ενα πρότυπο παιδικής ηλικίας».

[ Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Καθημερινή, 28.2.2010 ]

8.8.17

Ένα κεράκι για την Αρλέτα




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Στην Αρλέτα με σύστησε ο Γιώργος Ιωάννου. Ήταν το 1982, βγαίναμε από το ισόγειο διαμέρισμά του στη Δεληγιάννη 3 για μια βόλτα μέχρι την Ομόνοια· εκείνη εμπαινε στην πολυκατοικία. «Κι από δω η σπιτονοικοκυρά μου, η Αρλέτα» μου είπε ο Ιωάννου, μ' έναν τόνο σκανταλιάς στη φωνή. 

Φυσικά, τη γνώριζα ήδη από τα τραγούδια της, η φτωχική ακόμη δισκοθήκη μου διέθετε 2-3 δίσκους της. 

Όσο ζούσε ο Ιωάννου, ανεβήκαμε δυο-τρεις φορές στο διαμέρισμά της για τσάι ή καφέ. Ήταν συγκρατημένα ανοιχτόκαρδη μαζί μου, αγαπητική προς τον Ιωάννου, όχι ιδιαίτερα ομιλητική αλλά σχεδόν πάντα με μια δόση πικρού χιούμορ σε ό,τι έλεγε. 

Μετά τον θάνατο του Ιωάννου, δέχτηκε ―όχι πολύ εύκολα― και έγραψε ένα κείμενο που μπήκε στις «Σελίδες για τον Γιώργο Ιωάννου», στο 2ο τεύχος του Εντευκτηρίου [Φεβρουάριος 1988].





Από εκείνο το τρισέλιδο, μόλις, κείμενο μού έκανε ιδιαίτερη εντύπωση μια φράση της, που έκτοτε τη μνημόνευσα πολλές φορές: Όχι, [ο Ιωάννου] δεν ήταν "εύκολος άνθρωπος, αλλά ποιος ανθρωπος με ταλέντο είναι; Και τι θα πει "εύκολος"; Ήταν ένας άνθρωπος που για να καλύψει τα "πλην" της ζωής του έκανε αγώνα ολόκληρο, κι όταν ήρθε ο καιρός να εισπράξει τον κόπο τόσων χρόνων, έφυγε.

Γεννήθηκε ως Αργυρώ-Νικολέττα Τσάπρα στις 3.3.1945, πέθανε σήμερα το απόγευμα.

Με έλεγε Κορδομενίδη, σπανίως Γιώργο. 

Φωτογραφία μαζί της, όχι, δεν είχα φροντίσει να βγάλω... 


30.7.17

Ποίηση και αισθαντικότητα στην πεζογραφία


«Ο επισκέπτης ήρθε μια μέρα κατακίτρινη. Ο νοτιάς έστελνε την αφρικανική σκόνη μέχρι τις λάχνες των εντέρων. Φίσκα το καφενείο. Οι παρέες έψηναν στη χόβολη τις ζωές των άλλων. Είχε καιρό να πατήσει ξένος στο χωριό. Ετούτος γύρευε τη φράου Θυμιούλα.
»Η Θυμιούλα έσερνε το υποκοριστικό από γεννησιμιού της. Μια σταλιά άνθρωπος μέχρι τα γεράματα. Τη σκληράδα την απόχτησε στην Κατοχή. Μ’ αυτήν κατάφερε να μαλακώσει την τύχη της. Τελευταία, είχε αρχίσει να νικιέται∙ από τότε που ο χρόνος τής αρνήθηκε κάθε παράταση». Ετσι άμεσα οργανώνει και εκθέτει την αφήγησή της η εξηντάχρονη Κατερίνα Παναγιωτοπούλου στα δεκαοχτώ διηγήματα που απαρτίζουν το πρώτο της πεζογραφικό βιβλίο.
Μνήμες παιδικές καταχωνιασμένες, που αναδύονται από μια τυχαία αφορμή. Ιστορίες βιωμένες ή ακουσμένες από το στόμα κάποιου παλαιού. Λόγος ποιητικής πνοής και τρυφερής ανθρώπινης ματιάς. Θα μπορούσε να τα κατατάξει κανείς στην ηθογραφία∙ και πράγματι πρόκειται για ηθογραφία σύγχρονη, που τη διατρέχει όμως μια καθολικότερου ενδιαφέροντος προβληματική.
Στα περισσότερα διηγήματα οι ήρωες ζουν και κινούνται σε χωριά, νησιά ή επαρχιακές πόλεις, ακόμη κι αν κάνουν ένα πέρασμα από πόλεις μεγαλύτερες ή από την πρωτεύουσα. Διαγράφονται και ρυθμίζουν την πλοκή όλες οι συνήθειες και τα χούγια των ανθρώπων της υπαίθρου. Στέρηση, σκληρότητα, κακία, κουτσομπολιά, προκαταλήψεις, «συναισθηματική μοναξιά», μεγάλοι έρωτες και μικροί άνθρωποι.
Πολυμελείς οικογένειες, πρόωροι γάμοι και κουκουλώματα. Ο φόβος της φθοράς, των γηρατειών και του θανάτου. Ο φόβος που προκαλεί κάποτε το απευκταίο. Ο αφηγηματικός χρόνος απλώνεται από τη Μικρασιατική Καταστροφή και μέχρι τα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση.
Στο πρώτο, το ομώνυμο με τη συλλογή διήγημα, η λιπόσαρκη γριά με τη μακριά βυσσινιά μαντίλα, η Μακρυγιαλού, δημιουργεί διαρκή ερωτηματικά για την ταυτότητά της. Είναι άραγε η μόνη επιζήσασα από φοβερό ναυάγιο; Υπήρξε μαγείρισσα σε εμπορικό πλοίο ή λαθρεπιβάτις;
Μάγισσα, αερικό ή νύμφη της θάλασσας; Μήπως καπετάνισσα που ξεκληρίστηκε; Οποια εκδοχή κι αν υιοθετήσουμε, πάντως, συμβολίζει το άγνωστο και το απ’ αλλού φερμένο, το ακατανόητο και το φοβερό. Η λαϊκή σοφία περνά σαν θρύλος ή παραμύθι και ματαστοιχειώνεται σε ιστορία και «κυκλώνει τη γη» και γεννά αμφιβολίες: «Γιατί η άγνοια φέρνει πρώτα την επιφύλαξη και μετά την αμφισβήτηση».
Τη Μακρυγιαλού συναντάμε και στο τελευταίο διήγημα. Αλλά και άλλα πρόσωπα ή καταστάσεις περνούν από τη μία ιστορία στην άλλη∙ σημάδι που προδίδει το εργαστήριο δημιουργικής γραφής; Εκτός από το πρώτο διήγημα, πυκνές, πολύσημες και μεστές στιγμές: «Το τρένο», «Η Γιωργού», «Το μπορντέλο». Με οικονομία και ακρίβεια ο τρόπος που συστήνει τα πρόσωπα των ιστοριών της η συγγραφέας. Κυλάει σαν παραμύθι η αφήγησή της με ένταση κλιμακούμενη και χιούμορ υποδόριο.
Κατερίνα Παναγιωτοπούλου 
Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες
Θεσσαλονίκη
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2017 
88 σελ,

16.7.17

Εντευκτήριο Νο 112: κυκλοφορεί στις 5 Αυγούστου


Καλοκαιρινό τεύχος, για θάλασσα (με υψηλό δείκτη αντηλιακής προστασίας) 
ή για βουνό

Πρώτο τεύχος της 30ετίας του Εντευκτηρίου, με αυστηρά επιλεγμένη ύλη


Προκειμένου να ... συσφίξουμε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις μας, το Εντευκτήριο σάς δίνει τη δυνατότητα να προαγοράσετε το νέο (υπό έκδοση) τεύχος του, που θα κυκλοφορήσει στις 5 IΑυγούστου, και να το παραλάβετε στη διεύθυνση που θα επιλέξετε (ή να το στείλετε σε φιλικό σας / αγαπημένο σας πρόσωπο) στην τιμή λιανικής πώλησής του (10 ευρώ), εφόσον το αντίτιμο κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, χωρίς καμιά επιβάρυνση για έξοδα συσκευασίας και αποστολής. Εάν ενδιαφέρεστε, στείλτε μήνυμα στο entefkti@otenet.gr μέχρι 3 Αυγούστου….

Επειδή οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους και απαιτούν αλληλεγγύη και αλληλοϋποστήριξη ― αλλά και επειδή η ζωή (οφείλει να) συνεχίζεται, το Εντευκτήριο προσφέρει σε όσους συγγραφείς επιθυμούν να διαφημίσουν κάποιο βιβλίο τους στο υπό έκδοση τεύχος του περιοδικού (Νο 112) διαφημιστικό χώρο μισής σελίδας, στην προνομιακή τιμή των 50 ευρώ. Όσοι ενδιαφέρονται, ας στείλουν το συντομότερο μήνυμα στο entefkti@otenet.gr

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α    Τ Ο Υ    Τ Ε Υ Χ Ο Υ Σ    1 1 2

ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ Κική Δημουλά (δοκίμιο: Το αυτοδίδακτο πάθος), Ένο Αγκόλλι, Εύα Στρεμ

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ Βασίλης Αμανατίδης, Γιάννης Ατζακάς, Άκης Παπαντώνης, Ηλίας Παπαμόσχος, Γλυκερία Πατραμάνη, Νίκη Γιάνναρη, Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Ευσταθία Ματζαρίδου , Αντέλα Φερνάντες, Γιώργος Λιόλιος, Γιώργος Κορμανός

ΠΟΙΗΣΗ Γιώργος Βέλτσος, Δημήτρης Αθηνάκης, Έλσα Κορνέτη, Γιώργος Παναγιωτίδης, Λουλιέτα Λεσανάκου, Φρανσίσκο ντε Ασίς Φερνάντεζ, Χλόη Κουτσουμπέλη, Κώστας Ριζάκης, Θεόδωρος Στεφανίδης

ΔΟΚΙΜΙΟ Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Τζακ Παμ

ΚΡΙΤΙΚΕΣ Βαγγέλης Χατζηβασιλείoυ: Άνοδος και πτώση μιας πραγματικής ουτοπίας (Μιχάλη Μοδινού: Εκουατόρια) | Μαρία Στασινοπούλου: Έτσι, σαν παραμύθι (Μαρία Τσιμά: Το λιθόστρατο) | Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος: Ξορκίζοντας τους δαίμονες της ζωής (Κατερίνας Παναγιωτοπούλου: Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες) | Κυριάκος Συφιλτζόγλου: Παράλληλες σκέψεις σε καταγωγικά ποιήματα & Γεωργία Τριανταφυλλίδου: Βενετία (Βασίλη Δασκαλάκη: Παράλληλη μνήμη) | Κοσμάς Χαρπαντίδης: Τι χρειάζεται ένα σώμα για να λυτρωθεί; (Διαμαντή Αξιώτη: Με χίλιους τρόμους γενναίος) | Καίτη Στεφανάκη: «...σε όλα τα υπόγεια του εαυτού...» (Μαρίας Κουγιουμτζή: Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα) | Δήμητρα Παυλάκου: O χρόνος της μνήμης (Αριστέας Παπαλεξάνδρου: Μας προσπερνά) | Βάνα Χαραλαμπίδου: Κατάδυση στο παρελθόν, αυτοψία στο παρόν (Αλέξανδρου Μασσαβέτα: Μικρά Ασία) | Νένα Κοκκινάκη Δεκατέσσερις στοχαστές ομιλούν για το κακό (Δημήτρης Τσινικόπουλος: Το μυστήριο του κακού) | Γιάννης Βιτσαράς: Δυσπρόσιτη, πολύτιμη ποιητική (Νατάσα Χατζιδάκι: Via Dolorosa)

ΕΙΣ ΤOΝ ΤΥΠOΝ ΤΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ Βασίλης Αμανατίδης: 1 x 3 x 201 (λέξεις) αριθ. 10 | Γιάννης Σκαραγκάς: Γραμματοσειρές [5] / Νίκος Αδάμ Βουδούρης: Τρία σχόλια για τρία βιβλία | Γιώργoς Κoρδoμενίδης: Βιβλία στo κoμoδίνo

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ Γιάννης Παντελίδης

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Γκέλη Δούμπη

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ Άρις Γεωργίου


2.7.17

Κείμενα πριν από τη «Διαγώνιο» και επιστολή Ταχτσή στον Βαλαωρίτη



του Δημήτρη Δουλγερίδη

πηγή: http://www.tanea.gr

«Δεν είναι πρώτη φορά που χωρίζουμε. Του 'χω στείλει κι άλλοτε γράμματα, έχω διαβάσει πολλά δικά του. Ομως, τον χωρισμό ποτέ δεν το είχα νιώσει τόσο δυνατόν. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Ημαστε και τότε φίλοι, το ίδιο όπως και τώρα. Πρωί - βράδυ μαζί, και τα μυστικά μας πάντα κοινά, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος. Ομως, τον χωρισμό, το ξαναλέω, ποτέ δεν τον ένιωσα τόσο πολύ. Αυτή τη φορά έφυγε εκείνος και θ' αργήσει να 'ρθει. Δεν τολμώ ν' αναλογιστώ τους μήνες που θα τον στερηθώ, μου φαίνεται βαρύ. Η φυγή του γέννησε μεμιάς αναμνήσεις. Το παρελθόν βέβαια υπήρχε πάντα, όμως η παρουσία του φίλου το εμπόδιζε να προβληθεί...». Ετσι ξεκινάει το πεζό κείμενο «Παρηγοριά» του Νίκου Μπακόλα, το οποίο προοριζόταν για τη λεγόμενη προδρομική «Διαγώνιο» του 1952, ένα πολυγραφημένο τεύχος που εκδόθηκε από την παρέα των νέων, τότε, λογοτεχνών Κίμωνα Οικονόμου, Ιωάννη Σιβεριώτη, Ντίνου Χριστιανόπουλου και Νίκου Μπακόλα (25χρονος τότε). Μαζί με τα κείμενα των λοιπών συντελεστών αναδημοσιεύεται στο νεότερο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη, στον οποίο άλλωστε είχε δώσει το σχετικό υλικό ο Χριστιανόπουλος το 2011.
«Δεν είναι πρώτη φορά που χωρίζουμε. Του 'χω στείλει κι άλλοτε γράμματα, έχω διαβάσει πολλά δικά του. Ομως, τον χωρισμό ποτέ δεν το είχα νιώσει τόσο δυνατόν. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Ημαστε και τότε φίλοι, το ίδιο όπως και τώρα. Πρωί - βράδυ μαζί, και τα μυστικά μας πάντα κοινά, σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος. Ομως, τον χωρισμό, το ξαναλέω, ποτέ δεν τον ένιωσα τόσο πολύ. Αυτή τη φορά έφυγε εκείνος και θ' αργήσει να 'ρθει. Δεν τολμώ ν' αναλογιστώ τους μήνες που θα τον στερηθώ, μου φαίνεται βαρύ. Η φυγή του γέννησε μεμιάς αναμνήσεις. Το παρελθόν βέβαια υπήρχε πάντα, όμως η παρουσία του φίλου το εμπόδιζε να προβληθεί...». Ετσι ξεκινάει το πεζό κείμενο «Παρηγοριά» του Νίκου Μπακόλα, το οποίο προοριζόταν για τη λεγόμενη προδρομική «Διαγώνιο» του 1952, ένα πολυγραφημένο τεύχος που εκδόθηκε από την παρέα των νέων, τότε, λογοτεχνών Κίμωνα Οικονόμου, Ιωάννη Σιβεριώτη, Ντίνου Χριστιανόπουλου και Νίκου Μπακόλα (25χρονος τότε). Μαζί με τα κείμενα των λοιπών συντελεστών αναδημοσιεύεται στο νεότερο τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο» του Γιώργου Κορδομενίδη, στον οποίο άλλωστε είχε δώσει το σχετικό υλικό ο Χριστιανόπουλος το 2011.

Στις σελίδες του περιοδικού ο αναγνώστης ανακαλύπτει ακόμη, εκτός των άλλων, ποιήματα του κορυφαίου διηγηματογράφου Ρέιμοντ Κάρβερ (σε μετάφραση της Μαρίας Μουσαφίρη) και του Τεντ Χιουζ (εισαγωγή - μετάφραση Θοδωρή Ρακόπουλου), αλλά και την «Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι» του Παζολίνι (την απόδοση από τα αγγλικά υπογράφει ο Αντώνης Γκρίτσης, κάτοχος πλέον του βραβείου Queer για ερμηνεία σε ανδρικό ρόλο). Ξεχωριστό ενδιαφέρον για το ύφος και τη γλώσσα παρουσιάζει μια επιστολή του Κώστα Ταχτσή προς τον φίλο του Νάνο Βαλαωρίτη (στις 2 Νοεμβρίου 1986), την οποία ερανίζει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος: «Το Σάββατο τρώω με τον Καστοριάδη. Στο μεταξύ ρεμπελεύω ενδιατρίβων στα διάφορα πορνοσινεμά».
Στις σελίδες του περιοδικού ο αναγνώστης ανακαλύπτει ακόμη, εκτός των άλλων, ποιήματα του κορυφαίου διηγηματογράφου Ρέιμοντ Κάρβερ (σε μετάφραση της Μαρίας Μουσαφίρη) και του Τεντ Χιουζ (εισαγωγή - μετάφραση Θοδωρή Ρακόπουλου), αλλά και την «Ωδή στον Νινέττο Ντάβολι» του Παζολίνι (την απόδοση από τα αγγλικά υπογράφει ο Αντώνης Γκρίτσης, κάτοχος πλέον του βραβείου Queer για ερμηνεία σε ανδρικό ρόλο). Ξεχωριστό ενδιαφέρον για το ύφος και τη γλώσσα παρουσιάζει μια επιστολή του Κώστα Ταχτσή προς τον φίλο του Νάνο Βαλαωρίτη (στις 2 Νοεμβρίου 1986), την οποία ερανίζει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος: «Το Σάββατο τρώω με τον Καστοριάδη. Στο μεταξύ ρεμπελεύω ενδιατρίβων στα διάφορα πορνοσινεμά».

25.6.17

Η αντοχή στο όνειρο



της Λίνας Πανταλέων

πηγή: http://www.kathimerini.gr


ΚΡΙΤΙΚΗ

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου
Η Μακρυγιαλού και άλλες ιστορίες
Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 88 σελ.

Η Μακρυγιαλού, τυλιγμένη στο βυσσινί σάλι της, σέρνοντας μαζί της ευχές και κατάρες, ξεβράζεται από τη θάλασσα σε ένα χωριό και γίνεται παραμύθι, έπηλυς της προφορικής παράδοσης του τόπου. «Στο πρόσωπό της φώλιαζαν οι σκιές». Σιωπηλή, αφανισμένη μες στο ανέμισμα της μαντίλας της, εξαϋλω­νόταν σε μύθο που πλεκόταν και μάκραινε, «γινόταν μια τεράστια μαντίλα, που τα τύλιγε όλα κι απλωνόταν». Πριν κλείσει τα έξι, η Αν­τιγόνη απαλλάχθηκε από τη δυστυχία και την ενοχή, που ήταν για εκείνη η μητρική μορφή, ενταφιάζοντας στο χώμα της αυλής το καλό φουστάνι της μητέρας της, ένα «λευκό φουστάνι, γεμάτο κατακόκκινα γαρύφαλλα, ζεστά σαν αίμα». Το ίδιο φορούσε και η μητέρα του Νότη καθώς τον αποχαιρετούσε, γέρνοντας από πάνω του και αφήνοντας τα αιμάτινα γαρίφαλα να κυλήσουν από το λευκό ύφασμα για να αγκαλιάσουν το άψυχο σώμα του. Η Γιωργού, πάλι, αποζητούσε την έξαρση, ίσως γι’ αυτό, όταν έσβησε κάθε της απαντοχή, άφησε το γκάζι ανοικτό.

Οι ηρωίδες της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου (γεν. 1956) έλκουν την καταγωγή τους από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Ωστόσο, αυτή η καταγωγή είναι αμυδρότατη, ένας απαλός απόηχος που συντονίζεται αρμονικά με τη με­λωδία της γραφής της. Τα πρόσωπα των διη­γημάτων προβάλλουν σμιλεμένα στην τραχύ­τητα ενός τοπίου ακατονόμαστου και αγεωγράφητου, βουλιαγμένου βαθιά στον χρόνο και στο χώμα. Σε σύγκριση με τις φρενήρεις, ανερμάτιστες, παραλογισμένες φιγούρες του τρέχοντος χρόνου, που ενδημούν στην ελληνική πεζογραφία, οι διηγηματογραφικοί χαρακτήρες της Παναγιωτοπούλου μοιάζουν βραδυκίνητοι και παρωχημένοι. Τρέμουν τα στοιχειά της φύσης, γονατίζουν μπροστά στα εικονοστάσια και λιώνουν στις προσευχές, προσμένουν θαύ­ματα και παραδίδουν το πνεύμα έναντι του αδιάρρηκτου, άφατου μυστηρίου της ζωής και του θανάτου. Κυρίως ονειρεύονται. Είναι εξόχως υπομονετικοί με την αργοπορία της ευτυχίας. Τα όνειρά τους είναι η αν­τίστασή τους στον όλεθρο που τους παραμονεύει.

«Ν’ ακουμπήσεις σε όνει­ρα που σε θέλουν», παραι­νεί ένας πατέρας τον γιο του, εσωκλείοντας στο ση­μείωμα της αυτοχειρίας του μια συνταρακτική ομο­λογία αγάπης. Η Γιώτα, από την άλλη, άκουγε τα βράδια το τρένο να βογγάει στην ανηφόρα του χωριού της και ονειρευόταν τη μέρα που θα την έπαιρνε μαζί του, πέρα μακριά. Μόνον «όταν η ζωή της μπήκε στο φθινόπωρο» συνειδητο­ποίησε πως το τρένο που θα την πήγαινε στο όνειρο σφύριζε «το πέρασμα από τ’ όνειρο στην πραγματικότητα». Στο υπέροχο διήγημα «Αθώοι αυτόχειρες», ένας άντρας, καθισμένος δίπλα στην ετοιμοθάνατη αγαπημένη του, παρατηρεί τον ορό στην άνυδρη φλέβα. «Υπνωτισμένος ακολουθούσε τη ροή του υγρού να ξεπλένει την πραγματικότητα με όνειρο». Η ελπίδα για τη ζωή της τάραζε την ψυχή του, γιατί από τη στιγμή που έβγαλε τα ράσα απεκδύθηκε κάθε ελπίδα σωτηρίας. Ακολουθώντας την ήδη νεκρή γυναίκα στον θάνατο, επαιτούσε από τον Θεό εξιλέωση για την αποτυχία και των δυο τους να προσηλυ­τιστούν στην επουράνια ευτυχία, την οποία αντάλλαξαν με μια σύντομη περιήγηση σε έναν παράδεισο που αποδείχθηκε λίγος.

Ο φόβος του Θεού λύεται με τον θάνατο και στο διήγημα «Ο φόβος», από τα πιο κα­λογραμμένα του βιβλίου. Κάθε φορά που ο άνεμος λυσσομανούσε και τράνταζε το σπίτι τους, όμοιος με «τον συριγμό του δαίμονα όταν βρίσκει αντίσταση στη στερεή πί­στη του χριστιανού», ο Νότης φώλιαζε στην αγ­καλιά της μητέρας του με την ελπίδα πως εκεί «δεν κινδύνευε να συρθεί στον Αδη από τα στοιχειά της φύσης». Οταν όμως του συνέβη το χειρότερο που θα μπορούσε να τον τρομάξει, «μια υπέροχη γα­λήνη, μια πρωτόγνωρη ευ­τυχία σαν θεϊκή πληρό­τητα», τον ξεκούρασε από κάθε φόβο. Μπήκε ξέπνοος στο όνειρο.

Το πρώτο βιβλίο της Παναγιωτοπούλου είναι έργο προσεκτικά φτιαγμένο, δουλεμένο με πολύ κόπο και χρόνο. Στα ολιγοσέλιδα διηγήματα υποβόσκει η επίμοχθη δοκιμασία τόσο με την ανάγνωση όσο και με τη γραφή. Χθόνιοι οι ήρωες, χθόνιες και οι σελίδες, όπου οι λέξεις ανθοβολούν εικόνες σπαρακτικής ομορφιάς. Μπορεί τα εξαίσια ονειροπολήματα να ξεψυχούν σε ματαιώσεις, η γλώσσα όμως κρατάει το θαύμα ανέπαφο.

18.6.17

[ Η ημέρα του πατέρα ]




γράφει ο Γιώργος Κορδομενίδης

Μου έφτιαξε το πρώτο μου παιχνίδι, ένα μικρό ξύλινο κάρο. Όταν ήμουν μικρός, μου έλεγε κάθε βράδυ και διαφορετική ιστορία, που τάχα του την είχε πει νωρίτερα ένας πελάτης. Το καλοκαίρι μού έφτιαχνε "φαναράκια" από τα καρπούζια. 
Δεν μιλούσε αρνητικά για κανέναν, κυρίως όχι για τον αδελφό του, ο οποίος τον είχε πληγώσει. 
Μου έμαθε την τέχνη του καθεκλοσκελετοποιού, από την πριονοκορδέλα μέχρι τα λούστρα. 
Μέχρι που μεγάλωσα, ερχόταν τη νύχτα να βεβαιωθεί πως δεν ξεσκεπάστηκα στον ύπνο. Μου έφτιαχνε ρυζόγαλο ίσαμε που μπήκε στο νοσοκομείο και δεν ξαναβγήκε πια. Έλεγε στη μητέρα μου (που την αγαπούσε παθολογικά) «Το ωραίο σου πρόσωπο/ μου εσκότισε τον νου./ Νικημένος της αγάπης/ κάτι έχω να σου πω». 
Τον χειμώνα φορούσε τραγιάσκα. 
Δύο δάχτυλά του τού τα έφαγε η κορδέλα. Στην πλάνη (πλάνια) δεν με άφηνε να δουλέψω για να μη σακατευτώ. Δεν με χτύπησε ποτέ. Μόνο μια φορά, όταν δούλευα μαζί του και χτύπησα τα δάχτυλά μου με το σφυρί, με απείλησε: «Πρόσεχε, γιατί θα σου πετάξω το ροκάνι!». 

Έλεγε με πίκρα ότι στο κτήμα τους, στον Πύργο (Κεμέρ Μπουργάζ), έξω από την Κωνσταντινούπολη, είχαν τόσες πολλές κότες, που δεν προλάβαιναν να μαζέψουν τα αυγά. Και ότι το κτήμα είχε νερόμυλο. Θυμόταν, εξήντα χρόνια μετά, τη μικρότερη αδελφή του, Σοφούλα, που πέθανε βρέφος στην Αιδηψό, όπου έφτασαν πρόσφυγες. 
Κάπνιζε πολύ, τα δάχτυλά του είχαν τα κίτρινα ίχνη του τσιγάρου. Όταν ήμουν 10 χρονών, έπαθε οξεία ρινορραγία και νοσηλεύτηκε για μέρες. Στις κρίσεις του έλκους του, κλεινόταν στο υπνοδωμάτιο για να μην ενοχλεί. Κάποτε τρυπήθηκε στην πλάτη από ένα πρόχειρα τοποθετημένο κάπου σπασμένο τζάμι· καιρό μετά, από κάποιους πόνους, διαπιστώθηκε ότι οι γιατροί είχαν αφήσει μέσα του ένα κομμάτι από το τζάμι, που κόντευε να φτάσει στον πνεύμονα. 
Στα τελευταία του, όταν πια δεν μου μιλούσε, από τους γιατρούς του νοσοκομείου στις άγνωστες για κείνον φωνές τους παραδόξως απαντούσε κανονικά έμαθα πως μιλούσε με περηφάνεια για μένα.
Δεν ήταν άγιος ο κυρ-Σωτήρης Κορδομενίδης, του Γεωργίου και της Ελένης. Αλλά ήταν ο πατέρας μου. Ένας βαθιά μελαγχολικός αλλά, με τον τρόπο του, γενναίος άνθρωπος.

[Χαρισμένο στη Βασω Κυριαζακου]

Η λυτρωτική μνήμη



--> Του Δ. Ι. Καρασάββα

πηγή: Ημερήσια (Βέροια), 27.5.2017


Η νοσταλγική επιστροφή στη θαυμάσια περίοδο της νιότης χαρακτηρίζει τη νέα συλλογή Παράλληλη μνήμη (Εκδόσεις Εντευκτηρίου, Θεσσαλονίκη 2017) του ποιητή Βασίλη Δασκαλάκη.

Με ζωντανές εικόνες που ανασταίνουν παρελθούσες εποχές κι αναστηλώνουν έναν ολόκληρο κόσμο, ο Δασκαλάκης επιχειρεί μία επιστροφή στον γενέθλιο τόπο, στην κρητική επικράτεια των ειδυλλιακών Αστερουσίων. Βεβαίως, πρόκειται για δοκιμασία, ωστόσο ο ποιητής δεν αναζητά φαντάσματα του παρελθόντος. Η επιστροφή του είναι ειρηνική, και ο ίδιος προσέρχεται ως προσκυνητής.

Με την ωριμότητα του άνδρα, ο Δασκαλάκης αντιστρέφει τον χρόνο και χαρτογραφεί εκ νέου τον γνώριμο χώρο. Με τη μνήμη ως εργαλείο, ανασύρει εικόνες, πρόσωπα, τοπία, περιστατικά, και χρωματίζει ανάλογα την τοπιογραφία του. Ανάμεσα στον ποιητή και στο παρελθόν επενεργεί ιαματικά η μνήμη, γι’ αυτό και όλα προσεγγίζονται με νοσταλγία.

Από τα ποιήματα του βιβλίου δεν απουσιάζει το ενδοσκοπικό στοιχείο, αφού η διαδικασία αναζήτησης των ριζών του ποιητή σχετίζεται με την επιστροφή του στον γενέθλιο τόπο. Σε δύο ποιήματά του, βαθέως ήθους, στο «Μάνα» και το «Όμηρος», που διαβάζονται ως βαθύς λυγμός, ανασταίνει τους γονείς του, εισάγοντας έτσι στοιχεία κρεσέντο στην ποίησή του. Το δε ποίημά του «Ίασις» τολμούμε να ισχυριστούμε ότι είναι το ποίημα που θα ήθελε να γράψει κάθε πραγματικός ποιητής.
              
Ο νόστος για τον Βασίλη Δασκαλάκη σχετίζεται με τη λυτρωτική μνήμη, γι’ αυτό κι από το ταξίδι της δοκιμασίας επιστρέφει στεφανωμένος με αστερούσια άνθη.


Βασίλης Δασκαλάκης

Παράλληλη μνήμη

Θεσσαλονίκη

Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2017

37 σελ.